Καλοκαίρι

εκείνο το πρωινό του καλοκαιριού, στη Μάνη , φορούσε το μακό άσπρο φόρεμα και με τα χέρια της στο πεζούλι του μπαλκονιού έγερνε ελαφρά προς τα πίσω. Ο άνεμος θρόιζε στα κλωνάρια των ελιών στις φραγκοσυκιές και στις άκρες των κυμάτων
Χαμογελούσε

Του είπε
Γιατί είσαι μελαγχολικός , σκέφτεσαι κάτι ;
Της είπε
Συγγνώμη ξεχάστηκα

Κοίταξε τα μάτια της , πόσο μοιάζαν με τη θάλασσα του μικρού κόλπου