Αναστασία

Προχωρούσε στο διάδρομο του νοσοκομείου αργά προς τις κεντρικές μαρμάρινες σκάλες για να κατέβει κάτω . Από το ψηλό παράθυρο του προθαλάμου φαινόταν ο Λυκαβηττός με τα πορτοκαλιά φωτάκια του στο νυχτερινό ουρανό.

Από τη πόρτα ενός θαλάμου όπως τη προσπερνούσε του φάνηκε ότι άκουσε το όνομά του, στάθηκε, έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε μέσα στο θάλαμο. Στο κρεβάτι στο παραθύρου προς το δρόμο ήταν ένας ηλικιωμένος που μάλλον κοιμόταν. Στο κρεβάτι κοντά στη πόρτα ήταν μια κοπέλα που τον κοίταζε· του έκανε νόημα με το χεράκι της να πλησιάσει. Πήγε δίπλα της Πολύ αδύναμη, η αρρώστια την είχε σχεδόν εξαϋλώσει, όμως ακόμα και τώρα φαινόταν τα όμορφα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό της. Δεν ήταν κανείς κοντά της, ολομόναχη.

Με σβησμένη φωνή, με ότι δύναμη της είχε απομείνει είπε Ξέρετε … έζησα πάντα μόνη μου, με ελάχιστες χαρούμενες στιγμές, όχι επειδή το θέλησα · και τώρα φεύγω · όμως δεν ήθελα τώρα, να είμαι μόνη μου, αυτή την ώρα, παρακάλεσα να έρθει κάποιος, και ήρθατε εσείς.

Σταμάτησε να μιλάει. Τα αυτοκίνητα ακουγόντουσαν αδιάφορα από τη Β. Σοφίας, στο θάλαμο είχε σκοτάδι που όσο περνούσε η ώρα γινόταν πιο βαθύ και μόνο το φως του διαδρόμου φώτιζε λίγο το χώρο. Της έπιασε το χέρι και της χαμογέλασε, σκέφτηκε να της πει πώς ήξερε το όνομά του αλλά δεν ήθελε να τη κουράσει περισσότερο.

Γύρισε το κεφαλάκι της και του χαμογέλασε. Μετά κοίταξε προς το πάνω προς το ταβάνι. Σήκωσε το χεράκι της λίγο με και με το δάχτυλο , που δε μπορούσε να το ανοίξει τελείως , σαν κάτι να έδειχνε που της έκανε χαρούμενη . Χαμογέλασε πάλι και κατέβασε το χεράκι της , έγειρε το κεφάλι της και έφυγε.

Σηκώθηκε σιγανά, και πλησίασε την πόρτα. Έπιασε τη καρτέλα της από το κάτω μέρος του κρεβατιού και διάβασε το όνομά της, Αναστασία.