'Αννη

O Μιλτιάδης γνώρισε την Έμμα όταν σπούδαζε προγραμματισμό στην Αμερική 1979. Μετά το ατύχημα που είχε όμως αποφασίσανε να γυρίσουν πίσω στη Ζάκυνθο και να μείνουν σε ένα σπιτάκι αρκετά μακριά από το χωριό του. Το είχε σαν αποθήκη ο πατέρας του για τις αγροτικές εργασίες όμως με τη προσωπική εργασία του ο Μιλτιάδης το έκανε αγνώριστο.

Εκεί γεννήθηκε η μικρούλα Άννη. Τη μαθήματα της τα έκανε η μάνα της γιατί το σχολείο ήταν μακριά. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό , η μικρούλα μιλούσε ελάχιστα και πιο πολύ κοιτούσε μακριά χωρίς να δίνει φανερή σημασία στα περιβάλλον γύρω της . Αυτό είχε σαν συνέπεια η δασκάλα να μη της δίνει σημασία και μερικές φορές είχε φάει και ξύλο από τα άλλα παιδιά χωρίς να κάνει τίποτα για να προστατέψει τον εαυτό της

Της άρεσαν πολύ τα μαθηματικά και η γλώσσα. Είχε ξεπεράσει πολύ τη διδακτέα ύλη που της αντιστοιχούσε ,τόσο που της έκανε μάθημα και ο πατέρας με τα βιβλία του γυμνασίου πολλά χρόνια πάνω από την ηλικία της. Πιο πολύ όμως της άρεσε να τρέχει στην εξοχή και να γυρίζει σπίτι με όσα αγριολούλουδα χωρούσαν τα χεράκια της. Τα άφηνε στο τραπέζι και με ένα τεράστιο χαμόγελο έλεγε , κοίτα mommy flowers . Δεν άφηνε τους γονείς να της τα πετάξουνε , τα έβαζε σε όποιο βάζο και μπουκάλι έβρισκε που έφτανε το μπόι της.

Της άρεσε επίσης το μεσημέρι να ταΐζει τα πουλιά . έβγαινε έξω με μια φέτα ψωμί και τους έλεγε ελάτε καλά μου , και γέμιζε ο τόπος σπουργιτάκια, και γλάρους. Ποτέ δεν της έλεγε η μάνα της να μη σκορπίζει το ψωμί της , της άρεσε της Έμμα να κοιτάει τη κόρη της από το παράθυρο της κουζίνας.

Εκείνη τη μέρα ο αέρας φύσαγε προς τα Δυτικά και με μεγάλη δυσκολία κατάφερε ο Μιλτιάδης να φέρει τη βάρκα του στο λιμανάκι κάτω από το Καμπί . Φοβήθηκε μήπως δε τα κατάφερνε κιόλας . Τον πήρε το βράδυ. Έδεσε τη βάρκα, έριξε τα ψάρια που έπιασε στο τσουβαλάκι του και ξεκίνησε σιγά σιγά να ανεβαίνει στο ημίφως το βρεγμένο μονοπάτι. Σύντομα θα βράδιαζε τελείως . Η Έμμα απάνω στην άκρη του βράχου κοίταζε στεναχωρημένη προς τα κάτω , το μικρό λιμανάκι και τα κύματα που άσπριζαν πιο μακριά.

Δίπλα της η Άννη , να της μοιάζει τόσο πολύ, την έπιασε με το χέρι της και την έσφιξε απάνω της κόντρα στον αέρα που άπλωνε τα φορέματα τους. Η μικρή με μια κίνηση ξεγλίστρησε από της μάνα της και έτρεξε προς το σπίτι . Γύρισε το βλέμμα της προς τη μικρή καθώς έφτανε στο σπίτι και μετά έστριψε το κεφάλι της πάλι εμπρός. Μετά από λίγη ώρα ήρθε τρέχοντας η μικρή στη μάνα της κρατώντας μια ζωγραφιά .

Το μπαμπά τη Μαμά αυτή στη μέση να τους κρατάει με τα χεράκια της και από πάνω ένας μεγάλος κίτρινος ήλιος με κίτρινες ακτίνες. Κόλλησε τη ζωγραφιά της στο στήθος της να μην της την πάρει ο αέρας.

Μετά από λίγα χρόνια ένα Σάββατο απόγευμα γυρίζοντας από το κοιμητήριο πεζοί θυμήθηκε ο Μιλτιάδης και είπε στη γυναίκα του για εκείνο τα βράδυ , πώς άρχισε να βλέπει το δρόμο του προς τα απάνω , δε της το είχε αναφέρει τόσο καιρό γιατί φοβήθηκε μήπως τον περάσει για χαζό . Αλλά τώρα τι πείραζε πια . Ο παπα Ι. τους αποχαιρέτησε και έστριψε στο μονοπάτι προς το σπίτι του . Πάντα διάβαζε το ονοματάκι της μικρής Άννης πρώτο.