Filip

Οδηγούσαμε στους μικρούς δρόμους της Κέας δίπλα στις ελιές και τη θάλασσα. Τα τζιτζίκια τραγουδούσαν, και όλα ήταν όμορφα . Σαν να μην υπήρχε στεναχώρια , θάνατος , αρρώστιες. Τρεις μικρές κοπελίτσες κάναν οτοστόπ να πάνε στη πιο πέρα παραλία . Τις πήραμε , γέμισε το αυτοκίνητο ψάθινα καπέλα και γέλια . Τις αφήσαμε και προχωρήσαμε πιο πέρα σε μια ερημική παραλία στο Κάμπι. Είχε μεγάλες στρογγυλές πέτρες και δύο χαμηλά δενδράκια, από αυτά που φυτρώνουν δίπλα στη θάλασσα. Κάτσαμε στο ένα και χαζεύαμε το πέλαγος. Η θάλασσα ήταν ήρεμη στον μικρό κόλπο γιατί ο αέρας φυσούσε από το βουνό, κάνοντας τα κύματα να ασπρίζουν πιο βαθιά.

Μετά ήρθε και μια οικογένεια Γάλλων . Είχαν δύο μικρά παιδάκια . Ήταν όλοι τους ευγενικοί και όμορφοι. Το πιο μικρό , θα ήταν τριών χρονών σιγά σιγά πατώντας προσεκτικά στις πέτρες ήρθε στο δενδράκι μας.

Άνοιξε τα ματάκια του και άρχισε να γελάει στη Γιάννα . Του έπιασε το μάγουλο και του χάιδεψε το κεφαλάκι. Ο Μικρός πήγε πάλι στο δενδράκι τους , έψαξε τα πράγματα στη τσάντα και με το αστείο του περπάτημα ξαναήρθε. Τώρα κρατούσε στο χεράκι του ένα μπισκότο Μιράντα όρθιο σα μικρό σπαθάκι . Το έτεινε στη Γιάννα χαριτωμένα και με σοβαρότητα είπε , «Φιλίπ !»