/ Καλοκαίρι

H γάτα

H Γιαννούλα πάντα φοβόταν τα ζωάκια. Ένα καλοκαίρι όταν πήγε στη Ποκίστα το χωριό της, η θεία Χριστίνα είχε στο σπίτι μια γατούλα την ασπρούλα. Η Γιαννούλα φοβήθηκε και δε μπορούσε να αναπαυθεί. Μπροστά στην αναστάτωση, και που να διώξει και τη γάτα η θεία, είπε στη Μικρή

Γιαννούλα μου, κοίτα μη τις φοβάσαι τις γάτες, τις έχει ευλογήσει η Παναγία μας !

Η Γιαννούλα της χαμογέλασε και της είπε, μα αν είναι έτσι αποκλείεται να με γρατζουνίσει, εντάξει τότε !

Όπου πήγαινε η Γιαννούλα η ασπρούλα σα να ήταν σκυλί την έπαιρνε συνέχεια στο κατόπι της , και μάλιστα έκανε και υπακοή στη μικρή κοπελίτσα. Της έλεγε , έλα εδώ ερχόταν ! Πήγαινε εκεί, σα να καταλάβαινε η γάτα και πήγαινε εκεί που της έλεγε η μικρή αφεντικίνα της.

Έτσι περνούσαν ειρηνικά οι μέρες στην ορεινή Ναυπακτία , με τη Θεία Χριστίνα, τη Γιαννούλα και την ασπρούλα . Με περιπάτους στη κοντινή εκκλησούλα έξω από το χωρίο, το απόγευμα πήγαιναν και φρόντιζαν τους τάφους στο κοιμητήρι, και το βράδυ για πορτοκαλάδα στο καφενείο του χωριού. Σχεδόν κανείς από το χωριό δε τους μίλαγε, τις βρίσκανε παράξενες, να μη κουτσομπολεύουν, να μη μιλάνε πολύ …

Μετά της Παναγίας ένα πρωί η γάτα ήταν έξω από το σπίτι πεθαμένη, η Θεία είπε ότι δηλητηρίασαν. Η μικρούλα καθόταν αμίλητη γεμάτη θλίψη από το γεγονός . Τι να κάνει η θεία για να παρηγορήσει την μικρή της ανηψιά …

Δε σου είπα , ότι η γάτα την ευλόγησε η Παναγία, ε , να, τώρα που τελειώνουν οι διακοπές και θα πάς πίσω στο σπίτι σου, την πήρε κοντά της.

Αλήθεια θεία ; Αν είναι έτσι τότε εντάξει, είπε η μικρή και το χαμόγελο ξανάρθε στο προσωπάκι της .
Κοίταξε πάλι με χαρά αα σύννεφα που τρέχαν στις κορυφές πάνω από το χωριό, και τα έλατα που θρόιζαν στο άνεμο.