Ποικίλο όρος

Και που βράδιασε η ζέστη δε λιγόστευε. Δε βοηθούσαν οι τσιμεντένιοι τοίχοι που τους χτύπαγε ο ήλιος όλη την ημέρα. Πήρε το γυάλινο μπουκάλι με το κρύο νερό από το ψυγείο , τα κλειδιά του αμαξιού , φόρεσε τα πέδιλα και βγήκε έξω προς το αυτοκίνητο. Έβαλε το Innocents του Moby να παίζει και έσπρωξε με τα πόδια τα πέδιλα προς τα πίσω. Με τα πόδια να ακουμπάν κατ’ ευθείαν στα πετάλ ένοιωθε και έλεγχε το αμάξι πολύ καλύτερα. Αυτό πιο εύκολα το κάνεις παρά το εξηγείς στους άλλους σκέφτηκε.

Χαλαρό οδήγημα, σιγά , δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης . Λίγοι άνθρωποι στους δρόμους της άδειας Αθήνας . Όσοι μπορούσαν να φύγουν για διακοπές είχαν φύγει . Πατησίων, Άγιοι Ανάργυροι , Φιλής. Η πικρή μυρωδιά , χαρακτηριστική στα δυτικά προάστια όταν φυσάει από τον σκουπιδότοπο. Η αίσθηση του αέρα από το ανοιχτό παράθυρο ήταν ευχάριστη, και δε χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια η οδήγηση στους άδειους δρόμους. Κάθε τόσο ακουγόταν κάποια τηλεόραση . Στρίψιμο στη λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου προς Ασπρόπυργο και μετά πάλι αριστερά στη Παναγία Φανερωμένη, ένα στενό περίεργο δρομάκι που πάει προς τα διυλιστήρια. Ελάχιστοι το ξέρουν και μόνο όσοι έχουν κάποια συγκεκριμένη δουλειά περνάν από εκεί.

Η άγρια δύση της Αθήνας όπως τα τοπία στα αμερικάνικα έργα μετά από κάποια καταστροφή . Ερειπωμένες εγκαταστάσεις και βιοτεχνίες που στο μακρινό παρελθόν μπορεί να φτιάχναν κάτι. Όχι μακριά από το δρόμο έχει ερειπωμένα σπιτάκια από το 1800 , και κάποια πράγματα που μοιάζουν με νεολιθικούς οικισμούς.

Σταμάτησε το αμάξι , και προχώρησε προς κάτι που έμοιαζε με πέτρινο πεζούλι , ήταν όμορφη η νυχτερινή θέα προς την Ελευσίνα. Εδώ φύσαγε δυνατός ζεστός αέρας και έκανε τους κοντινούς θάμνους να βγάζουν αυτούς τους όμορφους ήχους όπως στη Σίφνο στο δρόμο προς το κάστρο.

Αισθάνθηκε παρουσία και άλλου ανθρώπου. Κοίταξε δεξιά . Ένα κοριτσάκι λίγο πιο πέρα μικροκαμωμένο και όμορφο , κοιτούσε , λίγο λυπημένα , λίγο χαρούμενα με βλέμμα μακρινό . Γύρισε και τον κοίταξε , λεπτό χαμόγελο.

Οι φλόγες από τις καμινάδες των διυλιστηρίων και τα πορτοκαλιά φώτα νατρίου έδιναν στα πρόσωπα απόκοσμα χρώματα .

-Γιατί είσαι εδώ μόνη σου θες να σε πάω κάπου , στο σπίτι σου …
-Εδώ μένω , κοντά , σας ευχαριστώ.

Παράξενη προφορά των λέξεων, διαφορετική , χαρούμενη φωνή.

-Τι κάνεις μόνη σου στην ερημιά, δε θα έπρεπε να είσαι σπίτι τέτοια ώρα ;
-Φυλάω τη πόλη από τα τέρατα , να μην πάνε και βασανίζουν τους ανθρώπους, στεναχωριέμαι αν συμβεί αυτό

Με το χεράκι της έδειξε προς το βουνό που έκρυβε την Αθήνα πίσω τους

-Κοίτα , είπε στον οδηγό , πήγαινε σπίτι τώρα , και να μη στεναχωριέσαι άλλο , υπάρχει πολύ ομορφιά.